lilas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

lilas 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lilas lilas

lilas (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. η πασχαλιά (το λουλούδι)