liman
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- liman < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική لیمان (liman) < μεσαιωνική ελληνική λιμένιον < αρχαία ελληνική λιμήν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]liman (tr)
- το λιμάνι