limp

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

limp (en)

he walks with a limp

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

limp (en)

  1. κουτσαίνω
  2. (μεταφορικά) προχωρώ σε μια εργασία χωρίς να κάνω ουσιαστική πρόοδο