limp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

(επίθετο) limp < μέση αγγλική limp
(ουσιαστικό) limp < επίθετο
(ρήμα) limp < μέση αγγλική limpen

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɪmp/ (ΗΠΑ)

Επίθετο[επεξεργασία]

limp (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

limp (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

limp (en)

  1. κουτσαίνω
  2. (μεταφορικά) προχωρώ σε μια εργασία χωρίς να κάνω ουσιαστική πρόοδο