limp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

(επίθετο) limp < μέση αγγλική limp
(ουσιαστικό) limp < επίθετο
(ρήμα) limp < μέση αγγλική limpen

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɪmp/ (ΗΠΑ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

limp (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

limp (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

limp (en)

  1. κουτσαίνω
  2. (μεταφορικά) προχωρώ σε μια εργασία χωρίς να κάνω ουσιαστική πρόοδο