limp
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- (επίθετο) limp < (κληρονομημένο) μέση αγγλική limp
- (ουσιαστικό) limp < επίθετο
- (ρήμα) limp < (κληρονομημένο) μέση αγγλική limpen
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | limp |
| συγκριτικός | limper |
| υπερθετικός | limpest |
limp (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| limp | limps |
limp (en) (συνήθως ενικός)
- η χωλότητα, η κουτσαμάρα
A limp is a form of disability.
- Η χωλότητα/κουτσαμάρα είναι μια μορφή αναπηρίας.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | limp |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | limps |
| αόριστος | limped |
| παθητική μετοχή | limped |
| ενεργητική μετοχή | limping |
limp (en)