linijka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

linijka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

linijka (pl) θηλυκό

  1. ο χάρακας, ο κανόνας
  2. είδος μικρής τετράτροχης ιππήλατης άμαξας