lionceau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

lionceau < leüncel

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ljɔ̃.so/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lionceau lionceaux

lionceau (fr) αρσενικό (θηλυκό: lionçonne)

  1. (ζωολογία) το λιονταράκι, το μικρό του λιονταριού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]