lisica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lisica (bs) θηλυκό



Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lisica (hr) θηλυκό



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

lisica < lis + samica

Προφορά[επεξεργασία]

lisica 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lisica (pl) αρσενικό

  1. (ζωολογία) θηλυκή αλεπού