literature

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

literature (en)

  1. η λογοτεχνία
  2. (γενικά) η βιβλιογραφία, το σύνολο των γραπτών (κειμένων)
    ※  In German and Russian literature, the notation is used to mean the common logarithm [1]
    «Στη γερμανική και ρωσική βιβλιογραφία, ο συμβολισμός χρησιμοποιείται για τον κοινό λογάριθμο »

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (Αγγλικά) Weisstein, Eric W. "Lg" From MathWorld. Προσπέλαση 2020-06-17