little by little

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

little by little < → δείτε τις λέξεις little και by


little by little (en)

  • (ιδιωματισμός) σιγά σιγά, λίγο λίγο
    Little by little with time you will get used to it/you will forget about it.
    Σιγά σιγά με τον καιρό θα συνηθίσεις/θα το ξεχάσεις.
    With effort and patience, little by little, you will succeed.
    Με προσπάθεια και υπομονή, σιγά σιγά θα τα καταφέρεις.
    They started to leave little by little.
    Άρχισαν να φεύγουν λίγοι λίγοι.