Μετάβαση στο περιεχόμενο

livelihood

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
livelihood livelihoods

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

livelihood (en)