Μετάβαση στο περιεχόμενο

living room

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
living room <  δείτε τις λέξεις living και room

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
living room living rooms

living room (en)

  • το σαλόνι, το καθιστικό
    παράδειγμα  They bought a new sofa for the living room.
    Αγόρασαν έναν καινούριο καναπέ για το σαλόνι.