Μετάβαση στο περιεχόμενο

livresque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
livresque livresques

Επίθετο

[επεξεργασία]

livresque (fr) αρσενικό ή θηλυκό