lleno
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | lleno | llenos |
| θηλυκό | llena | llenas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]lleno < (κληρονομημένο) λατινική plenus
Επίθετο
[επεξεργασία]lleno (es)
- γεμάτος
medio lleno - μισογεμάτος
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- lleno - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.