Μετάβαση στο περιεχόμενο

lobotomie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lobotomie lobotomies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lobotomie (fr) θηλυκό