Μετάβαση στο περιεχόμενο

lofty

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός lofty
συγκριτικός loftier
υπερθετικός loftiest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lofty < μέση αγγλική lofty

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈlɒfti/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

lofty (en)

  1. ψηλός, με μεγάλο ύψος
  2. υψηλός, ιδεαλιστικός
  3. πολύ περήφανος, αγέρωχος