logro
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| logro | logros |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈlo.ɣ̞ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : lo‐gro
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]logro (es) αρσενικό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]logro (es)
Πηγές
[επεξεργασία]- logro - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.