Μετάβαση στο περιεχόμενο

loĝebleco

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από logxebleco)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
loĝebleco < loĝ- + ebleco

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική loĝeblecoloĝeblecoj
αιτιατική loĝebleconloĝeblecojn

loĝebleco (eo)

mi trovis loĝeblecon por du personoj - βρήκα δυνατότητα παραμονής για δύο άτομα