loket

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loket (cs) αρσενικό

  1. ο αγκώνας