longitudinal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

longitudinal (en)

  1. διαμήκης

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • longitudinal fissure στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια (διαμήκης σχισμή: διαχωρίζει τα ημισφαίρια - opencourses.uoc.gr)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό longitudinal longitudinals
θηλυκό longitudinale longitudinales

longitudinal (fr)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]