loophole
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| loophole | loopholes |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]loophole (en)
- το παραθυράκι, δυνατότητα παράκαμψης των νόμιμων, των τυπικών διαδικασιών, χρήσης πλάγιων τρόπων
The regulation leaves many loopholes.
- Ο κανονισμός αφήνει πολλά παραθυράκια.