loosely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | loosely |
| συγκριτικός | more loosely |
| υπερθετικός | most loosely |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]loosely (en)
- χαλαρά, χωρίς τέντωμα
- χαλαρά, ελεύθερα, χωρίς ακρίβεια
The rule is applied loosely.
- Ο κανονισμός εφαρμόζεται χαλαρά.
The play is based loosely on his own life experiences.
- Το έργο βασίζεται ελεύθερα στις δικές του εμπειρίες ζωής.
Economic growth can be loosely defined as an increase in GDP.
- Η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να οριστεί χωρίς ακρίβεια ως αύξηση του ΑΕΠ.