lopen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

lopen 

Ρήμα[επεξεργασία]

lopen (nl) (αόρ. : liep, παθ. μτχ. : gelopen)