loquor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

loquor < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *la- (=μιλώ, φωνάζω). Συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) λάσκω ή από το λέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlo.kʷor/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

loquor (la)

  1. κουβεντιάζω, μιλώ, συνομιλώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]