Μετάβαση στο περιεχόμενο

lost cause

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lost cause lost causes

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lost cause <  δείτε τις λέξεις lost και cause

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

lost cause (en) (ιδιωματισμός)

  • η χαμένη υπόθεση, κάτι μάταιο που απέτυχε ή που δεν μπορεί να πετύχει
    παράδειγμα  Don’t bother, it’s a lost cause.
    Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση.