lost cause
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| lost cause | lost causes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]lost cause (en) (ιδιωματισμός)
| ενικός | πληθυντικός |
| lost cause | lost causes |
lost cause (en) (ιδιωματισμός)