lotissement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lotissement lotissements

lotissement (fr) αρσενικό

  1. διαίρεση ενός χωραφιού, οικοπεδοποίηση
  2. (κατ’ επέκταση) συνοικία που έχει δημιουργηθεί από την οικοπεδοποίηση ενός ή πολλών χωραφιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]