Μετάβαση στο περιεχόμενο

lotophage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lotophage lotophages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lotophage (fr) αρσενικό ή θηλυκό