lounge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| lounge | lounges |
lounge (en)
- η αίθουσα αναμονής, το σαλόνι αναμονής, χώρος αναμονής σε ένα αεροδρόμιο, κτλ.
business class passenger lounges - αίθουσες αναμονής επιβατών διακεκριμένης θέσης
an airport lounge - σαλόνι αναμονής αεροδρομίου
- το σαλόνι, ο χώρος εστίασης, δημόσιος χώρος σε ξενοδοχείο, κλαμπ κτλ. για αναμονή ή χαλάρωση
The hotel has a bar and lounge.
- Το ξενοδοχείο έχει μπαρ και σαλόνι.
the (ship) crew lounge - ο χώρος εστίασης πληρωμάτων
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | lounge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | lounges |
| αόριστος | lounged |
| παθητική μετοχή | lounged |
| ενεργητική μετοχή | lounging |
lounge (en)
- την αράζω, κάθομαι χαλαρός