Μετάβαση στο περιεχόμενο

lounge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lounge lounges

lounge (en)

  1. η αίθουσα αναμονής, το σαλόνι αναμονής, χώρος αναμονής σε ένα αεροδρόμιο, κτλ.
    παράδειγμα  business class passenger lounges - αίθουσες αναμονής επιβατών διακεκριμένης θέσης
    παράδειγμα  an airport lounge - σαλόνι αναμονής αεροδρομίου
  2. το σαλόνι, ο χώρος εστίασης, δημόσιος χώρος σε ξενοδοχείο, κλαμπ κτλ. για αναμονή ή χαλάρωση
    παράδειγμα  The hotel has a bar and lounge.
    Το ξενοδοχείο έχει μπαρ και σαλόνι.
    παράδειγμα  the (ship) crew lounge - ο χώρος εστίασης πληρωμάτων
ενεστώτας lounge
γ΄ ενικό ενεστώτα lounges
αόριστος lounged
παθητική μετοχή lounged
ενεργητική μετοχή lounging

lounge (en)