Μετάβαση στο περιεχόμενο

low tide

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
low tide <  δείτε τις λέξεις low και tide

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
low tide low tides

low tide (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η άμπωτη
    παράδειγμα  What time is low tide?
    Τι ώρα έχει άμπωτη;
    παράδειγμα  The island can only be reached at low tide.
    Το νησί μπορείς να το φτάσεις μόνο όταν έχει άμπωτη/πέφτει η θάλασσα.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]