lubricate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | lubricate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | lubricates |
| αόριστος | lubricated |
| παθητική μετοχή | lubricated |
| ενεργητική μετοχή | lubricating |
Ρήμα
[επεξεργασία]lubricate (en) (μεταβατικό)
- λιπαίνω
The gear must be lubricated to work properly.
- Το γρανάζι πρέπει να λιπανθεί για να λειτουργήσει σωστά.