lubrique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lubrique lubriques

lubrique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ασελγής, λάγνος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]