Μετάβαση στο περιεχόμενο

lumberjack

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lumberjack lumberjacks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lumberjack < lumber + jack

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lumberjack (en)