lumpenprolétariat
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| lumpenprolétariat | lumpenprolétariats |
lumpenprolétariat (fr) αρσενικό
- το λούμπεν προλεταριάτο, το υποπρολεταριάτο