Μετάβαση στο περιεχόμενο

máximo

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: maximo, Máximo, Maximo

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
máximo < λατινική maximus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmak.si.mo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ximo

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό máximo máximos
θηλυκό máxima máximas

máximo (es) αρσενικό

  • μέγιστος
      1947 - Máximo Reglamente hipotecario de 1947 [Κανονισμός υποθηκών του 1947], 1947.
    El primero consistirá en contestar verbalmente, y en el tiempo máximo de una hora y treinta minutos, a ocho temas sacados a la suerte de los comprendidos en el programa (…).
    Το πρώτο θα συνίσταται στο να απαντήσει προφορικά, και εντός του μέγιστου χρόνου μιας ώρας και τριάντα λεπτών, σε οκτώ θέματα που θα κληρωθούν από εκείνα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα (…).
     συνώνυμα: supremo, sumo, mayúsculo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
máximo máximos

máximo (es) αρσενικό