máximo
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmak.si.mo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : má‐xi‐mo
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | máximo | máximos |
| θηλυκό | máxima | máximas |
máximo (es) αρσενικό
- μέγιστος
- ※ 1947 - Máximo Reglamente hipotecario de 1947 [Κανονισμός υποθηκών του 1947], 1947.
- El primero consistirá en contestar verbalmente, y en el tiempo máximo de una hora y treinta minutos, a ocho temas sacados a la suerte de los comprendidos en el programa (…).
- Το πρώτο θα συνίσταται στο να απαντήσει προφορικά, και εντός του μέγιστου χρόνου μιας ώρας και τριάντα λεπτών, σε οκτώ θέματα που θα κληρωθούν από εκείνα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα (…).
- El primero consistirá en contestar verbalmente, y en el tiempo máximo de una hora y treinta minutos, a ocho temas sacados a la suerte de los comprendidos en el programa (…).
- ≈ συνώνυμα: supremo, sumo, mayúsculo
- ※ 1947 - Máximo Reglamente hipotecario de 1947 [Κανονισμός υποθηκών του 1947], 1947.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| máximo | máximos |
máximo (es) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- máximo - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.