méandre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /me.ɑ̃dʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

méandre (fr) αρσενικό

  • ο μαίανδρος
    Les méandres de la Seine : οι μαίανδροι του Σηκουάνα