médiocrement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

médiocrement < médiocre

Επίρρημα[επεξεργασία]

médiocrement (fr)

  1. μέτρια
  2. λίγο, ελάχιστα