Μετάβαση στο περιεχόμενο

méditation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
méditation méditations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

méditation (fr) θηλυκό