Μετάβαση στο περιεχόμενο

médium

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
médium médiums

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

médium (fr) αρσενικό