Μετάβαση στο περιεχόμενο

ménagement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ménagement ménagements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ménagement (fr) αρσενικό