Μετάβαση στο περιεχόμενο

méprisable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.pʁi.zabl/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
méprisable méprisables

méprisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) μηδαμινός
  2. αξιοκαταφρόνητος
  3. επονείδιστος
  4. κατάπτυστος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]