Μετάβαση στο περιεχόμενο

métalangagière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
métalangagière métalangagières

métalangagière (fr)