Μετάβαση στο περιεχόμενο

métaphore

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
métaphore métaphores

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

métaphore (fr) θηλυκό