método
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| método | métodos |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]método < λατινική methodus < αρχαία ελληνική μέθοδος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈme.t̪o.ð̞o/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]método (es) αρσενικό
- μέθοδος
«Algunos expertos han sugerido una amplia variedad de métodos que prometen ayudar a la población a aprender nuevas lenguas, sin que la edad se convierta en un impedimento».
- «Ορισμένοι ειδικοί έχουν προτείνει μια ευρεία ποικιλία μεθόδων που υπόσχονται να βοηθήσουν τον πληθυσμό να μάθει νέες γλώσσες, χωρίς η ηλικία να αποτελεί εμπόδιο.»
«El nuevo método de investigación promete ser preciso y exitoso».
- «Η νέα ερευνητική μέθοδος υπόσχεται να είναι ακριβής και επιτυχημένη.»
- συνήθεια
«Ir de excursión los fines de semana es un método familiar que tenemos».
- «Το να πηγαίνουμε εκδρομές τα σαββατοκύριακα είναι μια οικογενειακή συνήθεια που έχουμε.»
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- método - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| método | métodos |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]método < λατινική methodus < αρχαία ελληνική μέθοδος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]método (pt) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ισπανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (πορτογαλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (πορτογαλικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)