Μετάβαση στο περιεχόμενο

método

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: metodo

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
método métodos

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

método < λατινική methodus < αρχαία ελληνική μέθοδος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈme.t̪o.ð̞o/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

método (es) αρσενικό

  1. μέθοδος
    παράδειγμα  «Algunos expertos han sugerido una amplia variedad de métodos que prometen ayudar a la población a aprender nuevas lenguas, sin que la edad se convierta en un impedimento».
    «Ορισμένοι ειδικοί έχουν προτείνει μια ευρεία ποικιλία μεθόδων που υπόσχονται να βοηθήσουν τον πληθυσμό να μάθει νέες γλώσσες, χωρίς η ηλικία να αποτελεί εμπόδιο.»
    παράδειγμα  «El nuevo método de investigación promete ser preciso y exitoso».
    «Η νέα ερευνητική μέθοδος υπόσχεται να είναι ακριβής και επιτυχημένη.»
  2. συνήθεια
    παράδειγμα  «Ir de excursión los fines de semana es un método familiar que tenemos».
    «Το να πηγαίνουμε εκδρομές τα σαββατοκύριακα είναι μια οικογενειακή συνήθεια που έχουμε.»

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
método métodos

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

método < λατινική methodus < αρχαία ελληνική μέθοδος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

método (pt) αρσενικό