métrique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.tʁik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
métrique métriques

métrique (fr) αρσενικό ή θηλυκό