mężczyzna

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ̃w̃ʃˈʧ̑ɨzna/
mężczyzna 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mężczyzna (pl) αρσενικό

  1. ο ενήλικας αρσενικός άνθρωπος, ο άντρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]