maðr
Εμφάνιση
Παλαιά νορβηγικά (non)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- maðr < (κληρονομημένο) πρωτογερμανική *mannz. Για τη σημασιολογική σχέση μεταξύ άνθρωπος και άνδρας πβ. την αρχαία ελληνική ἀνήρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]maðr (is) αρσενικό (γενική ενικού manns, ονομαστική πληθυντικού menn)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- mann- (ανθρωπο-)