małżeństwo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική małżeństwo małżeństwa
γενική małżeństwa małżeństw
δοτική małżeństwu małżeństwom
αιτιατική małżeństwo małżeństwa
οργανική małżeństwem małżeństwami
τοπική małżeństwu małżeństwach
κλητική małżeństwo małżeństwa

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mawˈʒɛ̃j̃stfɔ/
małżeństwo 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

małżeństwo (pl) ουδέτερο

  1. γάμος, παντρειά
    Αντώνυμα
    rozwód
  2. αντρόγυνο
    Συνώνυμα
    małżonkowie, para małżeńska

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]