madame

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

madame < ma dame, "(η) κυρία μου"

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.dam/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
madame mesdames

madame (fr) θηλυκό