madeleine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mad.lɛn/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
madeleine madeleines

madeleine (fr) θηλυκό