Μετάβαση στο περιεχόμενο

mademoiselle

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Mademoiselle

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
mademoiselle mesdemoiselles

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

mademoiselle < ma + demoiselle [(η) δεσποινίδα μου]

ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μαντμαζέλ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mad.mwa.zɛl/ συγκρίνετε με το Mademoiselle

Επίσης:

ΔΦΑ : /man.mwa.zɛl/ και /mam.mwa.zɛl/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mademoiselle (fr) θηλυκό

  1. η δεσποινίς, η δεσποινίδα
  2. για την προσφώνηση και τις συντομογραφίες  δείτε τη γραφή Mademoiselle

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]