mademoiselle
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| mademoiselle | mesdemoiselles |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]mademoiselle < ma + demoiselle [(η) δεσποινίδα μου]
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: μαντμαζέλ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mad.mwa.zɛl/ συγκρίνετε με το Mademoiselle
Επίσης:
- ΔΦΑ : /man.mwa.zɛl/ και /mam.mwa.zɛl/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mademoiselle (fr) θηλυκό
- η δεσποινίς, η δεσποινίδα
- για την προσφώνηση και τις συντομογραφίες → δείτε τη γραφή Mademoiselle
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- Mad'moiselle (παρωχημένο)
- mam'zelle, Mam’zelle / mamzelle
- m'moiselle
Πηγές
[επεξεργασία]- mademoiselle - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- mademoiselle - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- mademoiselle στο γαλλικό Βικιλεξικό
