mailman

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mailman (en)

  1. (ΗΠΑ) ο ταχυδρόμος

Συνώνυμα[επεξεργασία]