mainmorte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mainmorte < main (με την έννοια του κατοχή) + mort (που δεν υπάρχει πια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mainmorte mainmortes

mainmorte (fr) θηλυκό

  1. (ιστορία) (νομικός όρος) (στον Μεσαίωνα) κατάσταση ενός υποτελούς ηγεμόνα κατά την οποία αυτός έχει χάσει την ικανότητα να δώσει τα υπάρχοντά του σε κάποιον κληρονόμο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πριν από τα γράμματα « m », « p » και « b », γράφουμε « m » εκτός από néanmoins, perlimpinpin, panpan και τα παράγωγα του bon, του main και του Istanbul : bonbon, bonbonnière, bonbonne, embonpoint, mainmise, mainmorte, Istanbuliote, Stanbouliote.